Μισέλ Φάις Η αυτοβιογραφία ενός βιβλίου

Ποια είναι η σχέση του συγγραφέα με τον αφηγητή; Ο αφηγητής, εκτός από δημιούργημα του συγγραφέα, μπορεί να «γεννά» εν δυνάμει ένα κείμενο, ενώ αυτό ταυτοχρόνως να καθρεπτίζει άλλον ή άλλους αφηγητές; Πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα; Πώς «γράφεται» η γραφή; Τι είναι γραφή; Αυτά περίπου τα ερωτήματα μπορούν να αναδυθούν σαν σκιές μέσα από το ίδιο το βιβλίο Η αυτοβιογραφία ενός βιβλίου, καθώς ο ασκημένος αναγνώστης γίνεται μέτοχος του λογοτεχνικού γεγονότος καθώς αυτό μορφοποιείται και εξελίσσεται μπροστά του.

Ένα «βιβλίο» αναζητά τρόπους ώστε να γράψει την αυτοβιογραφία του, ένας συγγραφέας γράφει την αυτοβιογραφία ενός βιβλίου, ένας αφηγητής αποκαλύπτεται μέσα από το παιχνίδι της γραφής.  Το μυθιστόρημα του Μισέλ Φάις Η αυτοβιογραφία ενός βιβλίου είναι περισσότερο ένα ελκυστικό ερώτημα για να απαντηθεί, μια τελετουργία της ίδιας της γραφής.

Στο πρώτο μέρος με τίτλο «Ένα αρχείο ή τα χνώτα της πόλης» πρωταγωνιστεί η Κομοτηνή που αποτελεί τη γενέθλια πόλη του συγγραφέα. Η πόλη λειτουργεί σαν άθροισμα ενός, πότε φωταγωγημένου και άλλοτε σκιερού ή μελαγχολικού, ακόμη και πνιγηρού, σκηνικού. Η σελίδα του βιβλίου μετατρέπεται αίφνης σε ένα ζωντανό σώμα σπαραγμάτων, σε μια σκηνοθεσία της βιωμένης μνήμης του τόπου και του τοπίου, η αφήγηση αλλάζει μορφή, ουσιαστικά δεν υπάρχει. Ή, δεν υπάρχει με τη μορφή που τη γνωρίζομε. Δημιουργείται ένα αόρατο και πολυδιάστατο κολάζ από «επιλεγμένες στιγμές» που λειτουργεί ως «πραγματολογικό υλικό». Αυτό δίνει ένα σώμα, μια ύλη, στη λογοτεχνική σελίδα, αυτό την σπονδυλώνει, παρόλα αυτά ο αναγνώστης αισθάνεται μετέωρος. Το μέρος αυτό μετατρέπεται σε ένα μωσαϊκό που αρθρώνεται μέσα από ηχογραφήσεις, ντοκουμέντα προφορικά και γραπτά, μνήμες, διαφημίσεις, μαρτυρίες και καταχωρίσεις εφημερίδων, σχόλια, εξομολογήσεις και συνεντεύξεις.

Το δεύτερο μέρος που φέρει τον τίτλο «Το χαμένο κέντρο της μνήμης» συγκροτείται από τέσσερα σχεδιάσματα αρχής του μυθιστορήματος, τέσσερις ασκήσεις θα έλεγα που συνιστούν ουσιαστικά μιαν ενότητα. Αλλιώς, ο Μισέλ Φάις, στο μέρος αυτό, δίνει τέσσερις εκδοχές της αρχής του μυθιστορήματός του, όλες όμως συγκλίνουν στη διαμόρφωση μιας «μυθοπλαστικής λογικής». Οι ήρωες σαρκώνονται, η αφήγηση μολονότι αποσπασματικά, αρχίζει να συντελείται.

Στο τρίτο μέρος που τιτλοφορείται «Στο προσκέφαλο του αφηγητή» συμπληρώνεται το σκηνικό. Αποκαλύπτεται ή ταυτοποιείται τελικώς ο αφηγητής ο οποίος αρχικώς καταβυθίζεται σε μιαν ονειρική σχεδόν περιδίνηση ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο. Εγγράφονται στιγμές παραληρήματος, μορφές ενορμήσεων, αίφνης ένας λόγος καταδηλώνεται σε κάποια σημεία σχεδόν χαοτικός, κατακερματισμένος μέσα από ψυχογραφικά στρώματα, τελείται μια συνομιλία με τη γραφή, ένας μονόλογος ή, έστω, μια εκφορά αισθημάτων που μορφοποιούνται σε λόγο ή προσπαθούν να δομηθούν σε λόγο. Οι βασικοί ήρωες παρουσιάζονται ως πιόνια μιας αόρατης δύναμης, της δύναμης της γραφής ενδεχομένως, απογυμνώνονται, συνυπάρχουν ακραία, φτάνοντας έως τα πλέον αιχμηρά όρια της δικής τους πραγματικότητας, συνθλίβονται όμως κάτω από τον όγκο βαθύτατα τραυματισμένων εμμονών.

Το βιβλίο του Μισέλ Φάις Η αυτοβιογραφία ενός βιβλίου δεν είναι παρά μια αποδόμηση του υλικού της γραφής, μια προσέγγιση του μυστηρίου της γλώσσας ή μια αναζήτηση της λογοτεχνικής περιπέτειας. Ο ρεαλισμός γίνεται βάση, πεδίο ανάπτυξης και καταγραφής του εξωτερικού και εσωτερικού χώρου, καταλήγει σε ένα βαθύτατα ειλικρινές σώμα συγκινησιακών θραυσμάτων που εκδηλώνεται μέσα από ανομοιογενείς αφηγηματικές ροές. Η συνύφανση και υπέρβαση του ρεαλισμού, του μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού, καθώς αναφέρει ο Δημήτρης Τζιόβας στο κριτικό του σημείωμα, είναι μια μάλλον σωστή προσέγγιση. Θα έλεγα λοιπόν ότι ακριβώς αυτή η συνύπαρξη μέσα στο corpus είναι και εκείνη που καθιστά ακόμη πιο δυσπρόσιτο αυτό τον τύπο του μετεωρισμού που αισθάνεται ο αναγνώστης. Με άλλα λόγια, ένας από τους στρατηγικούς στόχους του Μισέλ Φάις ήταν αυτός ο λογοτεχνικός μετεωρισμός, αυτή η διαρκής κίνηση του υποκειμένου σε μιαν ακροβασία της ίδιας της γραφής, σε μιαν ακροβασία τελικώς της ίδιας της λογοτεχνικής θεωρίας. Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύεται επίσης η αυτοαναφορικότητα του κειμένου καθώς και ο τρόπος μέσα από τον οποίο ο δημιουργός εργάζεται στο εργαστήρι της σιωπής του.

Η αυτοβιογραφία ενός βιβλίου μνημειώνει λειτουργικά ακίδες μνήμης από τον Proust στην αναζήτηση του χαμένου χρόνου του, ενώ το ένστικτο της ανάγκης για έκφραση μέσα από την ενδοκειμενικότητα του Kafka γίνεται κεντρομόλος ιστός για να περιγραφεί το θαύμα της γλώσσας.

Η Ιστορία της Κομοτηνής, μοιάζει σε κάποιες στιγμές να ανοίγει την κλίμακά της. Είναι μια πολύχρωμη βεντάλια. Γίνεται η πόλη των Βαλκανίων όπου η πολυφυλετικότητα και η πολυπολιτισμική συνύπαρξη Ελλήνων, Εβραίων, Πομάκων, Βουλγάρων, Τούρκων, Αρμενίων, Μικρασιατών προσφύγων, Ρομά κ.ά., δημιουργούν ένα παλίμψηστο πάνω στο οποίο η μνήμη του «άλλου», του διαφορετικού, ενορχηστρώνει τον λόγο, τον λόγο της υπέρβασης της ίδιας της Ιστορίας. Εικόνες σκοτεινές, ομιχλώδεις σχέσεις, πόρνες, συμβιώσεις και συναιρέσεις μνήμης, ο χειμώνας, το υγρό τοπίο, η βροχή κ.ά., δημιουργούν ένα κλίμα στο οποίο η μνήμη γίνεται καθαρτήριος άξονας για να περάσει μετά το λογοτεχνικό υποκείμενο σε πιο εσωτερικές σκιαγραφήσεις. Μέσα από την ιστορική συνείδηση της γραφής αναδύεται η κοινωνιολογία της πόλης, προβάλλει ένα τοπίο που βρίσκεται ανάμεσα στα ερέβη του Edgar Allan Poe και τις ελλειπτικές μορφές λόγου του Δημοσθένη Βουτυρά, έτσι όπως ανασύρεται το σκιερό μέρος της ύπαρξης μέσα από τα διηγήματά του. Η αυτοβιογραφία ενός βιβλίου του Μισέλ Φάις δεν είναι παρά η αναζήτηση μιας πολύπλοκης και πολυποίκιλης προσωπικής-ατομικής, αλλά και μιας συλλογικής ταυτότητας. Σε ένα άλλο επίπεδο ερμηνείας η Ιστορική αυτή εγγραφή ενδεχομένως να δηλώνει ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών, ή μιαν αναζήτηση της προσωπικής ρίζας, της αρχής και του τέλους της παιδικής αθωότητας. Μόνον έτσι, από το εξωτερικό ιστορικό γεγονός θα μπορέσει να εκκινήσει ο ήρωας - αφηγητής για να ιχνηλατήσει τα πιο εσωτερικά του σκοτάδια.

Στα τέσσερα σχεδιάσματα του μυθιστορήματος δηλώνεται όντως «το χαμένο κέντρο της μνήμης», αποκαλύπτεται δια της γραφής η συνειρμική της σχέση με την αφήγηση και τη συνοχή του λόγου. Αναδεικνύεται επίσης η διαρκής κινητικότητα του κέντρου (για τον λόγο αυτό χάνεται το κέντρο, μπορεί να υπάρχει στο σκόπευτρο του συγγραφέα, αλλά πατώντας το κλείστρο της μηχανής φωτογραφίζεται μια άλλη εικόνα - στιγμή, η οποία όμως και πάλι δίνει τη θέση της σε μιαν άλλη κ.ο.κ. ), αλλά ταυτοχρόνως, ενώ μυθολογείται η ίδια η γραφή προχωρώντας σε μιαν υπώρεια πλοκής, αίφνης ως βραδυφλεγής βόμβα εκβάλλει το κύμα καπνού και σκόνης της σε άλλες στοές ιδεών ή περιεχομένου. Αυτά τα τέσσερα παράλληλα μυθιστορήματα, ή το μυθιστόρημα μέσα σε ένα άλλο μυθιστόρημα, ο ένας λόγος μέσα στον άλλο, μοιάζει να αποδιαλύεται εντελώς, μοιάζει να αποδομείται, ενώ γεννιέται ένας άλλος λόγος κ.ο.κ. Βεβαιώνεται έτσι το μυστήριο της γραφής, η ρευστότητά της, αλλά και η δυναμική της για ανανέωση ή για αναγέννηση των λογοτεχνικών μορφών.

Στο τρίτο μέρος οι ήρωες Ευθύμης (αυτός που γράφει την αυτοβιογραφία), ο Μάκης (το αντικείμενο της αυτοβιογραφίας) και η Μάγδα (σύντροφος του Ευθύμη, διαφορετικό φύλο, διαφορετική λειτουργία), μοιάζουν να συναιρούνται, δεν μπορούν να λειτουργήσουν μέσα στην όποια μυθοπλασία ξεχωριστά, ο ένας συμπληρώνει τον άλλο, ο ένας ακυρώνει τον άλλο, όλοι τους καθρέφτες ειδώλων. Ήρωες έντονα παθολογικοί, σχεδόν τραγικοί. Οι ήρωες αυτοί είναι ουσιαστικά εκδορές της μνήμης του συγγραφέα-αφηγητή-ήρωα (και οι τρεις συναιρούνται σε ένα). Οι εκδορές αυτές επανέρχονται διαρκώς στο προσκήνιο, είναι σημεία που ενώνονται για να μην υποταχθούν ποτέ στον λόγο. Δεν ξέρουμε τελικώς αν το επιτυγχάνουν.

Η ψυχογραφική αυτή «αιμορραγία» συμβαίνει πίσω από τις personae, προσωπεία ποικίλα και ενδεχομένως ετερόκλητα. Η απόκρυψη της εγωτικής ταυτότητας του συγγραφέα, λανθάνουσα απόκρυψη της γραφής.

Η αυτοβιογραφία ενός βιβλίου του Μισέλ Φάις περαιώνεται μέσα από ένα σύνολο τεχνικών λόγου. Το παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα της Ιστορίας, στον υπαρκτό μύθο της γραφής και της αληθοφάνειας διαρκεί ακόμη. Το ζήτημα που εγείρεται τελικώς είναι κατά πόσον η ποικιλία της τεχνικής ισορροπεί ή δεν ισορροπεί με τη συγκίνηση. Είναι ένα ερώτημα το οποίο μπορεί να εκτιμηθεί από τον αναγνώστη. Σίγουρα όμως θα το εκτιμήσει ο χρόνος.

Παρόλα αυτά Η αυτοβιογραφία ενός βιβλίου του Μισέλ Φάις δεν είναι παρά μια λαμπρή στιγμή στην ιστορία της μεταπολεμικής μας λογοτεχνίας.

 

ΔΕΝ ΈΓΡΑΨΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΩΡΑΔΥΓΛΩΣΣΊΑ ΤΟΥ ΗΡΩΑ ΠΟΥ ΣΕ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΕΠΊΠΕΔΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗ ΓΡΑΦΗ

 

Χατζηβασιλείου :

 "Ζαχαρία, πάντοτε γράφεις καλά, αλλά εδώ ξεπέρασες τον εαυτό σου. Πρόκειται για μια σαφώς επαγγελματική ανάλυση, που διαθέτει ταυτοχρόνως μεγάλη κριτική οξυδέρκεια αφού πιάνει όλα τα κομβικά ζητήματα του Φάις: βάσανος της γραφής, υψηλής έντασης εσωτερικός κόσμος, λοξή κοινωνική ματιά, υποβλητικό τοπίο της πόλης, ιδιότυπη ανάμειξη ατομικού και συλλογικού. Το βιβλίο το εξηγείς εξαντλητικά σε όλα του τα επίπεδα ενώ δεν λείπει από τις εξηγήσεις σου κι ένας τόνος προσωπικής συμμετοχής. Κλείνεις, επίσης, με ένα ενδιαφέρον κριτικό ερώτημα: πόση και τι είδους συγκίνηση είναι δυνατόν να προκαλέσει η "Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου"; Με αυτό το ερώτημα θα ξεκινήσω την αποψινή μας συζήτηση. Δύο πρακτικές παρατηρήσεις: αν παραπέμπεις σε κάποιο δημοσίευμα (του Τζιόβα εν προκειμένω) χρειαζόμαστε έντυπο και χρονολογία δημοσίευσης - το ξέρεις καλύτερα από μένα. Προσοχή και στο παρόραμα που παρεισέφρυσε στην αναφορά σου για τον Βουτυρά: το μικρό όνομα είναι, βεβαίως, Δημοσθένης." 

 

Απάντηση μου: Αγαπητέ μου κ. Χατζηβασιλείου σας χαιρετώ. Έχετε σαφώς δίκιο. Η αναφορά μου στο κείμενο του κ. Τζιόβα αφορά το οπισθόφυλλο του βιβλίου (Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου, έκδοση 2005 Πατάκη). Σας το στέλνω συνημμένως, από όπου πήρα και την συγκεκριμένη αναφορά. Για τον Δημοσθένη έχετε επίσης δίκιο! Σας ευχαριστώ θερμά. Δείτε το συνημμένο. Ζ. Κατσακός