Νίκου Παναγιωτόπουλου Το γονίδιο της αμφιβολίας

Πώς μπορεί ένα επιστημονικό επίτευγμα να ανατρέψει την πορεία της τέχνης στον πλανήτη; Άραγε το ταλέντο είναι μια έμφυτη ροπή ή διαμορφώνεται στην πορεία της ζωής ενός ανθρώπου; Μπορεί η εκδοτική βιομηχανία να δημιουργήσει πλαστούς συγγραφείς ή να αναδείξει μέτριους δημιουργούς ως ικανούς; Ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος της κριτικής σε ένα νέο εκδοτικό περιβάλλον; Οι συγγραφείς εντάσσονται σε κατηγορίες και είδη;

Το μυθιστόρημα του Νίκου Παναγιωτόπουλου Το γονίδιο της αμφιβολίας δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1999 (εκδόσεις Πόλις). Πρόκειται για ένα βιβλίο μέσα στο οποίο το λογοτεχνικό φαινόμενο ως δημιουργία και εκδοτική πράξη μετατρέπεται σε εφιάλτη.

Ο ετοιμοθάνατος συγγραφέας James Wrigth παραδίδει στον γιατρό Friedrich Clause ένα κείμενο το οποίο έγραψε κατά πάσα πιθανότητα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του σε νοσοκομείο του Λονδίνου (Royal Masden) το 2063. Το κείμενο αυτό -αναφέρεται ως αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα και άλλοτε ως εξομολόγηση- έχει τίτλο Πορτρέτο του καλλιτέχνη ως ετοιμοθανάτου.

Στις αρχές του 21ου αιώνα (2026) ο αμφιλεγόμενος αμερικανός βιολόγος Albert Zimmerman με μια επιστημονική ανακοίνωσή του σε συνέδριο της Οτάβα γνωστοποιεί την ανακάλυψη του καλλιτεχνικού γονιδίου. Περιγράφονται εκείνες οι περιοχές του γονιδιακού χάρτη που προσδιορίζουν την καλλιτεχνική φύση ή αλλιώς τα σημεία εκείνα που αποκαλύπτουν τον αληθινό δημιουργό. Ένα απλό τεστ, το τεστ Τσίμερμαν, αρκεί για να βεβαιώσει πλέον και επιστημονικά ποιος είναι εκείνος που φέρει το γονίδιο και συνεπώς μπορεί να γίνει επιτυχημένος ποιητής, πεζογράφος, ζωγράφος, εικαστικός γενικότερα κ.λπ. Η ανακάλυψη αυτή, όπως είναι φυσικό, ανατρέπει όλα τα δεδομένα στην τέχνη. Οι ανέγγιχτοι, οι αποδεδειγμένοι, οι ακυρωμένοι και τα σοφά μωρά, είναι κατηγορίες καλλιτεχνών που εγγράφτηκαν στην ιστορία της τέχνης μετά τις κοσμογονικές αλλαγές που επέφερε το τεστ. Ο James Wrigth αρνείται πεισματικά να ενδώσει στις πιέσεις των εκδοτικών οίκων για να υποβληθεί στο τεστ, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την αποτυχία των δύο τελευταίων βιβλίων του (Η δίνη και Το μπλε ποδήλατο). Εμμένοντας στην απόφαση αυτή, αναγκάζεται να ζει στην αφάνεια και τη σιωπή τουλάχιστον για μια εικοσαετία, έχει χωρίσει με την γυναίκα του Σάρα και αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα τα οποία αυξάνονται ραγδαίως τα τελευταία χρόνια. Στο μεταξύ, στο νέο αυτό περιβάλλον, η εκδοτική παραγωγή έχει τους δικούς της κανόνες. Το έλλειμμα συγγραφέων, αποτέλεσμα του τεστ, δημιούργησε μια βιομηχανία εκδοτικής, λογοτεχνικής και κριτικής συναλλαγής για να καλυφθεί το συγγραφικό αυτό κενό, αλλά και για να γίνει φυσικά ακόμη πιο κερδοφόρα. Από το σημείο αυτό ο James Wrigth περιπλέκεται σε μια δίνη καταστάσεων και εξελίξεων που αφορούν γενικότερα την εκδοτική δραστηριότητα, αλλά και τη στάση του δημιουργού απέναντι στο δημιούργημα, τόσο το δικό του όσο και των άλλων δημιουργών. Ο Σίγκμουντ Μπόιντ, από τους πιο γνωστούς και επιτυχημένους κριτικούς, ήδη πριν από την ανακάλυψη του γονιδίου, προσφέρει εργασία στον James Wrigth μετατρέποντάς τον σε έναν από τους αφανείς ή πλαστούς συγγραφείς που εργάζονταν με απόλυτη μυστικότητα για τα συμφέροντα τού, πλήρως βιομηχανοποιημένου, εκδοτικού κολοσσού Harimman Works Ltd. Ο εκδοτικός αυτός οργανισμός προσέλαβε έναντι μεγάλης αμοιβής και τον Σίγκμουντ Μπόιντ. Ο αφανής ή πλαστός συγγραφέας James Wrigth θα έγραφε βιβλία για κάποιο ή κάποια από τα σοφά μωρά, εκείνα που θα ήθελε ο εκδοτικός οίκος να αναδείξει ή ακόμη και για τους αποδεδειγμένους, υπό την εποπτεία του Σίγκμουντ Μπόιντ. Το όνομα φυσικά του James Wrigth δεν θα υπήρχε στο βιβλίο. Συγγραφέας θα ήταν εκείνος που θα επέλεγε η βιομηχανία. Παρά την συμβουλή της Πάτι, πόρνης με την οποία είχε συνάψει ερωτική σχέση ο James Wrigth, ανέλαβε να γράψει το πρώτο βιβλίο με τίτλο Alter ego για τον Τζιμ Νόλαν που ήταν το νέο αστέρι του εκδοτικού κολοσσού. Η εμπορευσιμότητα του Τζιμ Νόλαν ήταν εξασφαλισμένη δεδομένης και της εξωτερικής ομορφιάς του, πράγμα που η νέα εκδοτική αντίληψη θεωρούσε σημαντικό για την προώθηση του προϊόντος. Μετά την εξαιρετική επιτυχία του Alter ego ο James Wrigth γράφει το έργο Gloria για τον ίδιο συγγραφέα και κερδίζει το εθνικό βραβείο. Μετά όμως από μια κρυφή συμφωνία μεταξύ των Χάριμαν, Μπόιν και Νόλαν ο James Wrigth απολύεται. Η ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε χωρίς να της έχει δώσει τη απαιτούμενη σημασία γίνεται τώρα η αιτία της αντίστροφης μέτρησης για τη ζωή του. Πάνω στον ένα χρόνο μετά την απόλυσή του αναζήτησε ματαίως την Πάτι η οποία εξαφανίστηκε από τη ζωή του. Στο νοσοκομείο ζητά να υποβληθεί στο τεστ Τσιμέρμαν του οποίου τα αποτελέσματα εγγράφονται σε φάκελο τον οποίο μετέφερε αδιακόπως ο γιατρός Friedrich Clause κάθε φορά που συναντούσε κλινήρη στο νοσοκομείο τον James Wrigth. Ο συγγραφέας ποτέ δεν άνοιξε τον φάκελο για να δει αν είναι ένας από τους εκλεκτούς του θεού. Μετά τον θάνατό του ο γιατρός προλογίζει το κείμενο και το δημοσιεύει το 2064.

Στο βιβλίο διατυπώνεται ευθέως το ζήτημα της μετριότητας και της πρωτοτυπίας στην τέχνη, δηλώνεται η λογική που διέπει την κριτική, η λειτουργία της κριτικής επίσης η οποία εγγράφεται ως θεμελιώδες πνευματικό πολιτισμικό παράγωγο, αλλά και η διαστροφή και διαπλοκή της μέσα στο εκδοτικό τοπίο, αναδεικνύονται επίσης τα κριτικά διλήμματα του συγγραφέα, η βιομηχανία του πνεύματος και γενικότερα ένας εκδοτικός μεσαίωνας του μέλλοντος, η παγκοσμιοποίηση της λογοτεχνίας, αλλά και η λογοτεχνία της παγκοσμιοποίησης, η πλήρης απίσχνανση και εκπόρνευση τελικώς της δημιουργικής - καλλιτεχνικής διαδικασίας, αναδεικνύονται τέλος τα στάδια συγγραφής ενός μυθιστορήματος μέσα από το βλέμμα του συγγραφέα. Υπό το πρίσμα αυτό έχομε να κάνουμε και με την έννοια της αυτοαναφορικότητας στην πεζογραφία.

Στο βιβλίο Το γονίδιο της αμφιβολίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου ο ειδολογικός όρος επιστημονική φαντασία ακυρώνεται ή, έστω, αποδυναμώνεται δραστικά γιατί απέχει κατά πολύ από τα τυπολογικά χαρακτηριστικά που τον συνθέτουν. Στο αυστηρό πλαίσιο του όρου αυτού επίσης, ο αναγνώστης προσλαμβάνει το περιεχόμενο του βιβλίου μέσα στον ελαφρώς μετατοπισμένο -από το παρόν- χρονικό ορίζοντα της αφήγησης. Άλλωστε, κατά την άποψή μου, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος στο επίμετρο του βιβλίου δίνει μιαν αφηγηματική ταχύτητα δύο διαστάσεων. Ενώ δηλαδή τον πρόλογο υπογράφει ο γιατρός Friedrich Clause στο Λονδίνο το 2064, το επίμετρο υπογράφει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος στην Αθήνα - Σκύρο το 1999.

Ο προσεκτικός αναγνώστης επίσης, μελετώντας την εισαγωγή του Νίκου Παναγιωτόπουλου στο επίμετρο και αναφερόμενος ο ίδιος σε μια σειρά γεγονότων του βιβλίου, θα διαπιστώσει ότι τα πράγματα έγιναν περίπου έτσι, π.χ. «υπήρξαν σκάνδαλα με πλαστογραφημένα αποτελέσματα εργαστηρίων, όμως σε καμιά περίπτωση δεν είχαν τέτοιο αντίκτυπο» (σ. 232, εκδόσεις Μεταίχμιο 2012), ή αλλού, μιλώντας για το Πορτρέτο του καλλιτέχνη ως ετοιμοθανάτου «όμως η χιονοστιβάδα που προκάλεσε η πρώτη έκδοσή του σταμάτησε πολύ πριν φτάσει στη χώρα μας» (σ. 232). Με άλλα λόγια, η εγγραφή αυτή (πρόλογος από τον Friedrich Clause / μέλλον και επίμετρο από τον Νίκο Παναγιωτόπουλο / παρόν-σήμερα) έχει μιαν ιδιότυπη και διττή, ίσως και τριπλή λειτουργία. Από τη μια να προκαλέσει την ελάχιστη δυνατή συστολή του αφηγηματικού χρόνου και να συναιρέσει ταυτοχρόνως το παρόν με το μέλλον σε μια αναλογία ή σύμπτωση γεγονότων (τα μελλοντικά γεγονότα ουσιαστικά δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εικόνα του παρόντος και αντιστρόφως). Έχομε δηλαδή μια παραβολή. Με άλλα λόγια, μερικά από αυτά που εγγράφονται στο μυθιστόρημα συμβαίνουν όχι σε τέτοια έκταση σήμερα, υπαινισσόμενος ότι στη δεύτερη διάσταση του βιβλίου αυτά είναι λογικό να συμβούν στο μέλλον.

Συγκροτείται επίσης μια μυθιστορηματική κατασκευή κατά την οποία συνευρίσκονται αφηγηματικά δύο μυθιστορήματα μέσα σε ένα. Αποδεικνύεται αυτό εξαιτίας της ύπαρξης του διπλού τίτλου, δηλαδή Το γονίδιο της αμφιβολίας αφενός και το Πορτρέτο του καλλιτέχνη ως ετοιμοθανάτου αφετέρου. Στο επίπεδο όμως της πλοκής ή του περιεχομένου θα έλεγα ότι συνυπάρχουν αρκετά μυθιστορήματα, αφού ο συγγραφέας περιοδικά περιγράφει το περιεχόμενό τους.

Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύεται και η έννοια της personae, ένα άλλο χαρακτηριστικό το οποίο δεν συναντούμε συχνά στην νεοελληνική λογοτεχνία με τον τρόπο που δόθηκε από τον Νίκο Παναγιωτόπουλο. Έχομε δηλαδή την persona, μάσκα ή προσωπείο του αφανή ή πλαστού συγγραφέα, ο οποίος, εν προκειμένω, καλείται να γράψει ένα μυθιστόρημα, αλλά στο εξώφυλλο του βιβλίου θα εμφανίζεται ένα άλλο όνομα, εκείνου δηλαδή για λογαριασμό του οποίου γράφτηκε το μυθιστόρημα.

Το μυθιστόρημα του Νίκου Παναγιωτόπουλου δομείται, αναπτύσσεται και εξελίσσεται με κέντρο την έννοια αμφιβολία. Σε αυτό συνηγορεί ακόμη και το μότο του βιβλίου που ελήφθη από την ποιητική συλλογή Η εφηβεία της λήθης της Κικής Δημουλά: Να νομίζουμε. Πάση θυσία. Ούτε στιγμή να ξέρουμε. Πολύ περισσότερο όταν ο ήρωας του βιβλίου James Wrigth ακροβατεί ανάμεσα στην προσωπική του αυτοεκτίμηση και την αλήθεια της εξωτερικής πραγματικότητας. Η αντίθεση αυτή οδηγεί σε εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις που είναι δομικό στοιχείο ανάδειξης της χαρακτηρολογίας του ήρωα, αλλά και των σχέσεών του με τους άλλους ήρωες, έτσι όπως αναδεικνύεται από τη μυθοπλασία. Έτσι, θα διαφοροποιήσει τη ζωή και τις επιλογές του. Θα χωρίσει με τη σύζυγό του Σάρα, ενώ θα συγκρουστεί με την ερωτική του σύντροφο Πάτι. Η αμφιβολία είναι επίσης εκείνη που θα στρέψει τον James Wrigth στην καθοριστική επιλογή του να γίνει αφανής ή πλαστός συγγραφέας, γιατί ουσιαστικά παίζει ένα στοίχημα με την καλλιτεχνική του φύση. Συνειδητό ή ασυνείδητο δεν έχει σημασία. Η αμφιβολία είναι εκείνη που θα τον οδηγήσει και στην πραγματοποίηση του τεστ, είναι όμως και εκείνη που θα τον κάνει να μην ανοίξει ποτέ το φάκελο των αποτελεσμάτων της εξέτασης παρά το γεγονός ότι ο γιατρός Friedrich Clause δηλώνει στον πρόλογό του ότι το τεστ ήταν θετικό. Η αμφιβολία στρέφεται τελικώς και στον ίδιο τον αναγνώστη (καίριος στόχος του Νίκου Παναγιωτόπουλου) αφού και αυτός θα μείνει με την αμφιβολία αν όντως τα πράγματα έγιναν έτσι. Η αμφιβολία αυτή επιβεβαιώνεται από το επίμετρο όπου αποκαλύπτεται ότι ο γιατρός Friedrich Clause έκανε μια φάρσα. Στον πρόλογό του αναφέρει ότι το τεστ ήταν θετικό, ενώ στην διαθήκη του μέσα από μια επιστολή του, ανατρέποντας όλη τη συλλογιστική του βιβλίου, αναφέρει ότι ήταν αρνητικό.

Είναι πράγματι αινιγματικός ο ρόλος του γιατρού Friedrich Clause. Πολύ περισσότερο όταν μετά την γνωστοποίηση της επιστολής από τη διαθήκη του, διάφοροι θεώρησαν ότι ό ίδιος έγραψε το βιβλίο. Άλλωστε επισημαίνεται αυτό στο επίμετρο, αφού γίνεται λόγος για ενδεικτικές φράσεις με τις οποίες ο γιατρός αρχίζει τον πρόλογό του ως εξής: Αφού η μοίρα το έφερε έτσι ώστε οι πρώτες γραμμές αυτού του βιβλίου να είναι δικές μου … και … επ’ ουδενί φιλοδοξώ να γράψω μυθιστόρημα. Φυσικά είναι ένα αφηγηματικό παιχνίδι του Νίκου Παναγιωτόπουλου παίζοντας με τις διαρκείς ανατροπές. Δεν θα ήταν όμως υπερβολή να υποθέσω ότι ο γιατρός Friedrich Clause δεν είναι παρά η αφηγηματική persona όχι του James Wrigth, αλλά του ίδιου του Νίκου Παναγιωτόπουλου.

Ο φανταστικός ρεαλισμός και η ειρωνεία αποτελούν καίρια στοιχεία του βιβλίου, ενώ κατά την πορεία της ανάγνωσης ο ήρωας φαίνεται να είναι εγκλωβισμένος σε ένα ασφυκτικό, καφκικό και φωκνερικό κλίμα εσωτερικής πίεσης και έντονου εγκλεισμού. Στα ενδότερα της αφήγησης αναδύεται μια χαοτική αίσθηση που αγγίζει την αύρα του θρίλερ. Παρά τους οργουελικούς συνειρμούς ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έγραψε ένα μυθιστόρημα εξαιρετικής οικονομίας λόγου με ιδιοφυέστατο χειρισμό ποικίλων αφηγηματικών τεχνικών. Η συγκίνηση ισορροπεί χωρίς χάσματα, ενώ ανανεώνεται διαρκώς το βλέμμα του αναγνώστη. Υψηλής πτήσης δημιούργημα, εκφράζει μια ψηφιδωτή αναπαράσταση του κόσμου μας, ένα μωσαϊκό που αντανακλά και προοιωνίζεται την εκδοτική υπερβιομηχανία - κολοσσό τέρας του μέλλοντος, μια σπουδή γύρω από τα θεμελιώδη ηθικά προβλήματα που εγείρονται από τις κατακτήσεις της επιστήμης.

Σπανίως εκδίδονται στον ελληνικό χώρο βιβλία που παραμένουν ανοιχτά στη συγκίνηση, σπανίως εκδίδονται στον ελληνικό χώρο βιβλία που αποτελούν δραστικό και δροσερό κύμα ανανεωτικού αγέρα απέναντι στον ερμητισμό και την εσωστρέφεια της λογοτεχνικής μας παραγωγής.

Ζαχαρίας Κατσακός

Στον κ. Χατζηβασιλείου και στους υπόλοιπους έστειλα το ίδιο κείμενο αλλά χωρίς το απόσπασμα από: Ο Σίγκμουντ Μπόιντ, από τους πιο γνωστούς και επιτυχημένους κριτικούς, ήδη πριν από την ανακάλυψη του γονιδίου, προσφέρει εργασία στον James Wrigth ……… (έως) ……. Ο συγγραφέας ποτέ δεν άνοιξε τον φάκελο για να δει αν είναι ένας από τους εκλεκτούς του θεού. Μετά τον θάνατό του ο γιατρός προλογίζει το κείμενο και το δημοσιεύει το 2064.

ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ:  "Ζαχαρία, το κείμενό σου είναι πολύ καλό. Συνδέεις λειτουργικά τα δύο κείμενα που εξετάζεις, διαπραγματεύεσαι διεξοδικά το ζήτημα της αμφιβολίας και της θέσης του συγγραφέα στον σύγχρονο κόσμο, μιλάς σωστά για παραβολή, αποφεύγεις να εξετάσεις το «Γονίδιο» με στενά κριτήρια επιστημονικής φαντασίας και χρησιμοποιείς ευρηματικά την έννοια persona. Μια παρατήρηση μόνο: η έκτασή σου και η δομή της ανάπτυξης ξεπέρασαν τη λογική της βιβλιοκρισίας και έτσι έχουμε ως αποτέλεσμα ένα σύντομο δοκίμιο, για να δούμε τις προχωρημένες σου ικανότητες και σ’ αυτό."