Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Παιγνίδι ανοιχτό, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015

Κάτοπτρα της αθωότητας

«Παιγνίδι ανοιχτό» τιτλοφορείται το τέταρτο ποιητικό βιβλίο του Δημήτρη Περοδασκαλάκη. Την ποιητική αυτή σύνθεση συγκροτούν μικρές ενότητες άτιτλων ποιημάτων μέσα στις οποίες το ποιητικό υποκείμενο γίνεται θεατής και αναγνώστης της βιωμένης του μνήμης. Αναδύεται έτσι ένας κόσμος που ανασύρεται από τα χρόνια της παιδικής αθωότητας και καταλήγει στον αναστοχασμό εκείνης της ηλικίας. Εικόνες, συνειρμοί, θραύσματα μνήμης, ανακλήσεις, στιγμιότυπα, πλάγιες ματιές στον εσώτερο εαυτό, εποχές, σημεία τόπων και σπαράγματα ποιητικών μορφών συνθέτουν ένα σκηνικό μαρτυρίας και καταβύθισης του ποιητικού υποκειμένου σε αυτό.

Η έννοια μνήμη στο βιβλίο αυτό είναι δραστική συγκινησιακή μορφή και γίνεται τελικώς η ποιητική μήτρα μέσα στην οποία το ανθρώπινο υποκείμενο ενορχηστρώνει σαν παντεπόπτης νους και οφθαλμός μια περιπλάνηση στις βιωμένες στιγμές της συνείδησής του.

Η επιστροφή του αισθήματος στα χρόνια της παιδικής όρασης δεν είναι απλώς το σημείο εκκίνησης της ποιητικής περιπέτειας. Ενώ από τη μια πλευρά, η μνήμη αποτελεί το σημείο γύρω από το οποίο εγκαθιδρύονται οι μορφές των ποιητικών φορτίων, οι δεσμεύσεις των βεβαιοτήτων, οι ακυρότητές τους, αλλά και ερωτήματα της ύπαρξης, από την άλλη πλευρά, το αίσθημά της είναι καθολικό και συμπαγές, διαυγές και προθετικό, τέλος ποιητικά κριτικό.

Η πλατωνική αυτή διάχυση των αναμνήσεων λειτουργεί σε όλη σχεδόν την επιφάνεια του ποιητικού σώματος και προβάλλεται σαν αντανάκλαση μέσα από καθρέφτες («Μεγάλο κάτοπτρο μέσα και γύρω μου στημένο»), εξεικονίζοντας σε ένα φαντασιακό επίπεδο την οθόνη της παιδικής ζωής και τη συνείδηση της πρώτης ύπαρξης του ποιητικού υποκειμένου.

Η «φασματική» αυτή εκτροπή των αναμνήσεων κινείται ενδεχομένως στο μεταίχμιο ενός λανθάνοντος οντολογικού δυισμού (ον, υποκείμενο - αντανάκλαση, γεγονός). Ο δυισμός αυτός καταλήγει σε έναν ανθρωπιστικό δυισμό (σχέση ψυχής - σώματος). Το ποιητικό υποκείμενο αντιδρά ως γεννήτορας μιας δεύτερης φύσης, ατομικής και συλλογικής, έχει απέναντί του την αφετηρία και τη διαδρομή της πρώτης ύπαρξης σε ένα στάδιο σωματοποιημένης μνήμης. Το «σώμα», άλλωστε, είναι ένα από τα πιο δυναμικά και λειτουργικά σήματα του βιβλίου, επίκεντρο ισχυρών συγκινησιακών αναβαθμών.  Με τον τρόπο αυτό ο ποιητής γίνεται καίριος παρατηρητής της παιδικής αθωότητας. Όλα γίνονται «σώμα», η ύλη εικονοποιείται, όλα προβάλλονται στους καθρέφτες, όλα φωτίζονται μέσα από προβολές. Η μορφή της δυιστικής αυτής κατανομής των αισθηματικών φορτίων εμπεριέχει ταυτοχρόνως και την ειρωνική θέαση του υποκειμένου όσο και την τραγική.

Ο παρατηρητής - ποιητής αποστασιοποιείται. Ουσιαστικά ελέγχει, κρίνει και σχολιάζει ποιητικά έναν βιότοπο αναμνήσεων. Η ειρωνική και τραγική διάσταση βρίσκεται στο κέντρο της χρονικής απόστασης που χωρίζει τη διπλή φύση του ποιητικού υποκειμένου. Λανθάνει δηλαδή μια ποιητική persona μέσα στην οποία συνευρίσκεται τόσον ο ποιητής της παιδικής ηλικίας όσο και εκείνος της ωριμότερης («Άκου λοιπόν μικρό παιδί / που με κοιτάς αμίλητο στα μάτια»). Τα όρια όμως των ποιητικών σκέψεων και παρεμβάσεων είναι δυσδιάκριτα. Τούτο αποτελεί και ένα από τα στοιχεία που προσδιορίζουν τον τίτλο του βιβλίου («Παιγνίδι ανοιχτό»).

Ο ποιητής αντιλαμβάνεται την περιπέτεια της ζωής σαν ένα «παιγνίδι», ένα στοίχημα με την οικειότητα, αλλά και την τραγικότητα των αναμνήσεων, ένα άλλοθι για το ερώτημα της προέλευσης ή για τον επισφαλή προορισμό των προσωπικών μας πραγμάτων, μια κραυγή που ηχεί μόνη της μέσα σε καθρέφτες που προσομοιώνουν την αόρατη μορφή της, καθώς αυτή διαχέεται στο ποιητικό σύμπαν των λέξεων. Παράλληλα το παιχνίδι αυτό είναι «ανοιχτό» γιατί θα δεχθεί νέες ουτοπίες, θα διερευνήσει τα πιο σκοτεινά σημεία των υπαρξιακών ερωτημάτων, θα φυλλομετρήσει μορφές της ηρακλείτειας ρευστότητας και μεταστροφής, θα δώσει μιαν ακόμη απάντηση στο διαρκώς μετεωριζόμενο άνοιγμα της περιπέτειας στον χώρο και τον χρόνο του Κώστα Αξελού. Στο ποιητικό δάσος του Δημήτρη Περοδασκαλάκη το «Παιγνίδι ανοιχτό» είναι το σημείο συγκερασμού των επαγωγών της ζωής. Ο ποιητής προσεγγίζει όμως και τον  René Descartes, αφού μόνον όταν συνειδητά βιώσει κανείς την εμπειρία της ζωής τότε μπορεί να οδηγηθεί στην ανάπλαση της πραγματικότητας («ανερραμό, παιδί μου, θέλει  ο κόσμος, ανερραμό, / και ποιος θα τονε κάμει;»).

Στο «Παιγνίδι ανοιχτό» του Δημήτρη Περοδασκαλάκη το «παιδί» εγγράφεται ως διαρκής διερώτηση και ανάγνωση του κόσμου, το «μεγάλο κάτοπτρο» ως δημιουργική επανεκκίνηση της ζωής, αλλά και ως ευτοπία της μνήμης, τα τοπωνύμια (Μεράμπελο, Μπαμπακιά, Κρεμαστά κ.ά.) διατυπώνονται ως μεταφυσικές, αλλά αποκαλυπτικές εκδοχές της συνείδησης, ενώ η φύση μνημειώνεται ως διαδικασία μεταμόρφωσης και κάθαρσης. Τέλος, ο ρεαλισμός της περιπέτειας και του βιώματος, τα ποιητικά φορτία που λαμβάνονται από την μυθολογία και την ορθόδοξη παράδοση, καθώς και μερικές ρομαντικές επιβιώσεις υψηλού συγκινησιακού τόνου, όπως για παράδειγμα το σημείο «Κι όσο ψηλά ανέβαινα / τόσο βαθιά στο σώμα μου χωρούσα» με τους σολωμικούς ήχους να περιβάλλουν το κέλυφος της ιδέας, συμπληρώνουν τις καίριες ποιητικές μορφές του βιβλίου.

 Μερικά χαρακτηριστικά της ολιγοσέλιδης ποιητικής αυτής κατάθεσης (μόλις 27 σελίδες αποτελούν το σώμα του βιβλίου) είναι ο συμπαγής ειρμός, η σπειροειδής και κυκλική ροή, καθώς και η εντύπωση μιας υποφώσκουσας αποσπασματικότητας η οποία σχεδόν σιωπηλά, αιφνιδίως όμως, δημιουργεί αρμούς για να συγκροτηθεί ένας λόγος συνεχής και κρουστός. Το «Παιγνίδι ανοιχτό» μολονότι έχει πιο ώριμη αφηγηματική ανάπτυξη συγκρίνοντάς το με τα άλλα βιβλία του Δημήτρη Περοδασκαλάκη, διατηρεί πιο αισθητά δονήσεις ρυθμού και μετρικές εγκοπές. Ο ίαμβος, ο τροχαίος και ο ανάπαιστος λανθάνει στις παρυφές των στίχων, ενώ η δραματικότητα ισορροπεί με έναν λυρισμό εξαιρετικά διαυγή. Τέλος, σπανίως συναντούμε στην νεοελληνική ποίηση εικόνες με τέτοιο βάθος και εύρος αισθήματος, με τέτοια δύναμη, οικονομία και καθαρότητα, όπως αυτές που εγγράφονται στο βιβλίο αυτό. Η εικόνα εδώ γίνεται καίριο σήμα της ποιητικής του βιβλίου και οργανικό σώμα της συγκίνησης («σκάφανδρα να ΄χουμε για τους ουράνιους βυθούς» ή αλλού  «πλήκτρα του μόνο τα οστά»).

Από τις «Ελεγείες του Ντουίνο» του Rainer Maria Rilke με τη σκοτεινή ρομαντική ατμόσφαιρα του εσώτερου εαυτού έως την ώριμη αγγλική ποίηση των αρχών του 20ου αιώνα, από «Το τραγούδι του εαυτού μου» του Walt Whitman με τις ταλαντώσεις της συνείδησης και τις φωτοσκιάσεις ενός κόσμου που αποκαλύπτεται αργά αλλά σταθερά, έως την «Ηλιόπετρα» του Οctavio Paz, με τις μεταμορφώσεις της φύσης και τις εκδοχές του βαθύτερου «εγώ», αποδεικνύεται ότι η πραγματική ποίηση δεν εγκλωβίζεται σε τεχνητές σημάνσεις, σε τυπολογίες, σε μόδες και σε ιδιωτικά οράματα, δεν περιορίζεται τελικώς σε ποιητικίζουσες εκχυμώσεις καθημερινών εντυπώσεων. Η πραγματική ποίηση δεν έχει κατηγορίες και γραμματολογικές μεταγραφές.

Το «Παιγνίδι ανοιχτό» του Δημήτρη Περοδασκαλάκη με την εξαιρετικά ευέλικτη μορφή, την πυκνότητα του αισθήματος και την θαυμαστή οικονομία μπορεί να εγγραφεί δίπλα σε αυτά τα έργα. Παρόμοιες δομές και ποιητικές ιδέες ομόλογης συγκινησιακής δραστικότητας βρίσκονται σε διάφορα έργα νεοελλήνων δημιουργών. Δεν έχουν όμως κατατεθεί σε συμπαγές και ενιαίο ποιητικό σώμα με αυτή τη δομή και αυτόν τον ποιητικό προσανατολισμό.

Το βιβλίο αυτό λοιπόν αξίζει να μελετηθεί στο πλαίσιο που περιγράψαμε, ειδικά σε αυτή τη χρονική συγκυρία την οποία διέρχεται η νεοελληνική λογοτεχνία, κατά την οποία μερικοί ποιητές προτείνουν μιαν άλλη ανάγνωση του κόσμου και του εαυτού. Το «Παιγνίδι ανοιχτό» είναι ένα συνθετικό εγχείρημα χωρίς δομικές παραμορφώσεις και αρχιτεκτονικές αγκυλώσεις. Ο Δημήτρης Περοδασκαλάκης ουσιαστικά ακροβατεί συνειδητά στην ευθεία γραμμή που χαράσσει ο ποιητικός «γκρεμός» που ο ίδιος δημιουργεί. Μέσα από αυτή τη συλλογιστική εκτιμώ ότι είναι ένα από τα πιο αυθεντικά και γόνιμα βιβλία των τελευταίων χρόνων και μια από τις πιο φωτεινές στιγμές της λογοτεχνίας των ημερών μας.