Ντίνος Σιώτης, Μαύρο χρήμα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2011

Ο θάνατος των μορφών

Η ποίηση του Ντίνου Σιώτη περιβάλλεται -σχεδόν πάντα- από μια πνιγηρή αίσθηση ετοιμότητας. Η ικανότητά του να συλλαμβάνει στην ολότητά τους, αλλά και αποσπασματικά, μορφές και μείξεις του παρόντος, να τις μνημειώνει τελικώς σε αλυσιδωτές - βραδυφλεγείς ποιητικές αντιδράσεις και περιπέτειες, αποτελεί καίριο σημείο της γραφής του. Οι ποιητικές του προθέσεις εμπεριέχουν διαύγεια και καθαρότητα, εκτείνονται όμως σε ποικίλες επαγωγές και σημάνσεις (καθαρός φωτισμός ζευγμάτων, σαρκασμός, αμεσότητα, πολιτική και κοινωνική επαγωγή, ποιητικές κρίσεις κ.ά.), ενορχηστρώνοντας μια δραματική ζεύξη συμπτώσεων και ετεροτήτων που είναι απαλλαγμένη από ογκώδη αισθηματικά φορτία και λυρικές μεταλλάξεις.

Το Μαύρο χρήμα συγκροτείται από 62 ποιήματα μικρής και εκτενέστερης φόρμας. Το ποιητικό σώμα γράφτηκε από 21 Φεβρουαρίου 2007 έως 3 Ιουλίου 2011, σε μια εξόχως μεταιχμιακή δηλαδή περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας (διεθνής οικονομική κρίση, δολοφονία Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, οικονομική και κοινωνική κρίση στον ελληνικό χώρο). Πρόκειται ουσιαστικά για ένα βιβλίο που προαγγέλλει τα ακραία πολιτικά και κοινωνικά όρια ή σύνορα της εποχής που είναι γνωστή ως Μεταπολίτευση. Σε μιαν άλλη προσέγγιση, ενδεχομένως ενός αναγνώστη ή κριτικού του μέλλοντος, το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει το κύκνειο άσμα των μορφών, χαρακτηρίζοντας με τον τρόπο αυτό τον θάνατό τους, την απίσχνανση ή αποδόμηση δηλαδή πνευματικών, ηθικών και πολιτικών όψεων της συστημικής λειτουργίας.

Το Μαύρο χρήμα γίνεται σύμβολο της εποχής και των εποχών, μετατρέπεται σε καθρέφτη που αντανακλά αφόρητες οσμές και ουσίες, κινήσεις σκόπιμες και συμπεριφορές που υποθάλπουν συνειδήσεις θανάτου. Καθρεφτίζονται χωρίς ποιητικά είδωλα μέσα από ένα ρεαλιστικό σκηνικό, οι αποδομημένες ανθρώπινες μνήμες, η πλήρης και ακραία συναισθηματική απουσία. Το ποιητικό υποκείμενο παρατηρεί και διατυπώνει. Διαμορφώνει στάσεις και σχήματα, μελετά ερωτήματα. Δημιουργεί εικόνες αντιθέτων «Τα ωραιότερα χρόνια δεν ήρθαν ακόμη / κάθονται στην απέναντι όχθη και μας / καμαρώνουν μέσα στο κρύο περιμένουν». Συναιρεί συντελεσμένες ματαιότητες: «στη στροφή έρχονται και δίχως χρονο- / τριβή θα τρίψουν με τα χοντρά τους / χέρια τον σβηστό μας πόθο για ζωή». Ο πυρήνας του στίχου όμως επιστρέφει στο ποιητικό αίσθημα φωνές που, ενώ εκκινούν από την εξωτερική θέαση του ποιητικού γεγονότος, καταλήγουν σε μια βαθύτερη, πιο εσωτερική και υπόρρητη αντίδραση.

Ο ειρμός -κάθε ποιητική σκέψη αναπτύσσεται οργανικά μέσα από μιαν ιδιότυπη αλληλουχία και ενότητα διασκελισμού, τις περισσότερες φορές μέσα σε δύο έως τρεις στίχους- καθώς και η ισορροπημένη του σύνθεση, η λανθάνουσα σκηνοθεσία του χώρου και η αιχμηρή δηλωτική του σήμανση, η δυναμική του άστεως που λειτουργεί ως εστία κρούσης, φθοράς και στίγματος, ο σπειροειδής και διαχυτικός τόνος του αισθήματος, η εικόνα που δημιουργεί την ιδέα και η ιδέα που δημιουργεί την εικόνα σε μιαν αρμονική και αμφίδρομη συνύπαρξη, η σχεδόν ημερολογιακή σκευή της αρχιτεκτονικής -το βιβλίο αυτό αποτελεί περισσότερο ένα ποιητικό ντοκουμέντο εποχής μέσα από μια συνθετική - ακτινωτή συναγωγή ποιητικών στιγμών- και ο θραυσματικός μετεωρισμός του στίχου, είναι μερικά από τα σήματα που εγγράφονται στο βιβλίο. 

Η γενικότερη απουσία στίξης (κάθε ποίημα π.χ. μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ, αφού η έλλειψη καταληκτικής τελείας συνιστά μια τέτοιου είδους ερμηνεία) και η εσω-παραθετική εκφορά των στίχων δημιουργούν σαφώς μιαν υφολογική ιδιοτυπία που χαρακτηρίζει την ποίηση του Ντίνου Σιώτη. Όμως, παρά το γεγονός ότι ο στίχος του έχει μια φυσική δραματική απόκλιση, η συναλληλία αυτή διαμορφώνει μια μουσικότητα ροής, ο ρυθμός φαίνεται να λειτουργεί ως αδιαίρετο και συμπαγές ολοκλήρωμα του ποιητικού κράματος. Ο οργανωμένος δηλαδή και «λυρικός» αυτός συγκινησιακός μουσικός ιστός που διαχέεται σε όλο το ποιητικό corpus προσθέτει μιαν άλλου τύπου οργανικότητα στο επίπεδο του νοήματος: μια αντιπαράθεση και συνύπαρξη εννοιών όπως φθορά - σήψη - κενό και αναζήτηση - αθωότητα - όνειρο.

Από την άλλη, η φύση αυτής της μουσικότητας είναι ασθματική και αγωνιώδης, οι ανάσες που περιβάλλουν το ρυθμό δημιουργούν αισθήσεις εσωτερικών δονήσεων και συγκρούσεων που παροξύνονται από την προσπάθεια του ποιητικού «εγώ» να εγγράψει τις αληθινά βιωμένες αυταπάτες και τα αδιέξοδα ζωής. Για αυτό το λόγο η αγωνιώδης περιπέτεια που αισθητοποιείται μέσω της ποιητικής ροής μοιάζει με έναν ημιτελή ή ελλειπτικό εσωτερικό μονόλογο. Συμβάλλει σε αυτό η χρήση και η αμεσότητα της καθημερινής γλώσσας, η διαχείριση της οποίας εκβάλλει στις όχθες του ποιητικού ειρμού μέσα από μιαν αίσθηση ζωτικής ορμής και ενστίκτου.

Το Μαύρο χρήμα του Ντίνου Σιώτη αποτελεί ένα ποιητικό πολιτογράφημα με επικαιρικό χαρακτήρα και βαθύτατα ανθρωπιστικό περιεχόμενο. Αντλεί την ποιητική του όραση μέσα από το γεγονός και τα γεγονότα της πολιτείας για να οδηγηθεί σε μια αναζήτηση νέων επαγωγών, σε μια περιπέτεια μιας νέας πολιτικής ευτοπίας. Αν και μια πιο οικονομημένη σύνθεση θα μπορούσε -ενδεχομένως- να λειτουργήσει περισσότερο αφαιρετικά και άμεσα, η ποιητική αυτή συλλογή μπορεί να αποτελέσει εστία ή αφορμή για αναστοχασμό της έννοιας πολιτική ποίηση μέσα από ερωτήματα και θέματα όπως «Πολιτική ποίηση» και επικαιρικότητα, το περιεχόμενο της πολιτικής ποίησης σήμερα, κ.ά.

Ζαχαρίας Κατσακός

 

ΕΦΕΥΡΕΣΗ

Να εφεύρουμε άλλες λέξεις να εφεύρουμε
λέξεις μολότοφ που ν' αντιστέκονται στα
δελτία των ειδήσεων που να μιλάνε τη

γλώσσα των καταφρονεμένων που να
μιλάνε στον άμαχο πληθυσμό για την
χειμαζόμενη πείνα να εφεύρουμε μια

άλλη μνήμη που να ανακαλεί μιαν
άλλη αυγή χωρίς ακρωτηριασμούς
ηλίου και παρεξηγημένες καταιγίδες

να εφεύρουμε έναν χτύπο ρολογιού
που κάτι να μας λέει πεσμένος κάτω
στο πάτωμα ή μέσα σε σπασμένο

κομοδίνο ζάλης έναν θάνατο που να
μην κολλάει πάνω μας σαν βδέλλα ένα
λεξιλόγιο πιο γυμνό κι απ' την ποίηση

                           Αθήνα, 9 Δεκεμβρίου 2008

 

Η ΕΚΜΗΔΕΝΙΣΗ

Βουτηγμένες στο πετρέλαιο οι λέξεις
μας διεκδικούν νέες καταιγίδες που
να χωράνε όλη την οργή διεκδικούν

νέα τύμπανα που ν' αντηχούν δυνατά
το παράπονο του ανέστιου διεκδικούν
νέα ξυπόλυτα ταμ ταμ που να ουρλιάζουν

κάθε αυγή όταν καίει ο ήλιος το φιλμ
των άδικα χαμένων κι ας σβηστούν
μια και καλή οι καλές προθέσεις της

θλίψης ας μετανοήσουν τα δάκρυα
με καθυστέρηση ας μακιγιαριστεί
για τελευταία φορά η εκμηδένιση

                 Αθήνα, 19 Δεκεμβρίου 2008